Αγαπημένε μου παππού,
ξεκινάω να σου γράφω για τη ζωή μου στην Αθήνα όπως σου είχα υποσχεθεί. Ξέρεις ήδη πως μένουμε σε ένα διαμέρισμα, σε μια πολυκατοικία, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι εδώ. Για να καταλάβεις τι είναι η πολυκατοικία, φαντάσου πολλά σπίτια το ένα πάνω στ’ άλλο, και το ένα δίπλα στ’ άλλο, μπορεί και δέκα ή είκοσι στο σύνολο, που φτάνουν τους επτά ή οκτώ ορόφους σε ύψος.
Τα σπίτια είναι ενωμένα το ένα με το άλλο, κάτι που σημαίνει πως πολλές φορές ακούμε τους διπλανούς ή τους από πάνω μας κι εκείνοι το ίδιο. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε, να μην φωνάζουμε, να μη γελάμε πολύ, να μην παίζουμε δυνατά, να μην τρέχουμε μέσα στο σπίτι, να μην βάζουμε δυνατά την τηλεόραση ή τη μουσική, γιατί μπορεί κάποιος να ενοχληθεί. Που ζούμε.
Το δικό μας σπίτι έχει μια κουζίνα, δυο υπνοδωμάτια, ένα σαλόνι και ένα μπάνιο. Εγώ δηλαδή με την αδερφή μου μένουμε στο ίδιο δωμάτιο και ο μπαμπάς με τη μαμά στο άλλο. Επίσης έχουμε κλείσει και ένα μικρό χώρο από το μπαλκόνι για να κάνει ο μπαμπάς γραφείο. Απ’ ό,τι έχω ακούσει να λέει ο μπαμπάς αυτό δεν είναι νόμιμο αλλά αφού το κάνουν όλοι γιατί να μην το κάνουμε κι εμείς?
Στο σαλόνι δεν καθόμαστε πολύ, δεν αφήνει η μαμά γιατί θα λερώσουμε λέει. Ούτε και το τζάκι το ανάβουμε πολύ γιατί πάλι η μαμά φωνάζει ότι κάνουμε ατσαλιές, δεν είναι εδώ πέρα χωριό λέει. Εμένα μου αρέσει πολύ αυτή η ελευθερία που έχουμε στο χωριό παππού, μπαίνουμε –βγαίνουμε στο σπίτι χωρίς να σκουπίζουμε τα πόδια μας, το τζάκι καίει όλη μέρα κι άμα θέλουμε ψήνουμε και καμιά μπριζόλα κι ας γίνεται ατσαλιά που λέει κι η μαμά, είναι πιο ωραία έτσι νομίζω, αλλά εδώ δεν είναι το ίδιο, καταλαβαίνεις, εδώ είναι διαμέρισμα και πρέπει να το κρατάμε καθαρό. Γιατί, δεν ξέρω.
Μπορείς τώρα να φανταστείς πως το σπίτι μας είναι ένα τσιμεντένιο κουτί μέσα σε ένα μεγαλύτερο τσιμεντένιο κουτί. Αυλές δεν έχουμε για να παίζουμε και στο μπαλκόνι δε χωράμε. Μέσα στο σπίτι όπως σου είπα πρέπει να κάνουμε ησυχία, και για να βγούμε στο δρόμο ούτε λόγος. Περνάνε συνεχώς λεωφορεία, αυτοκίνητα, μηχανάκια, άσε που μπορεί να μας κλέψει και κανένας.
Μάλλον γι’ αυτό όταν έρχομαι στο χωριό σου παίρνω το μυαλό με τα παιχνίδια μου, τα τρεξίματά μου και τις ζαβολιές μου.
Εκτός από τις πολυκατοικίες υπάρχουν και οι μονοκατοικίες, με έναν ή δυο ορόφους, περίπου σαν τα σπίτια που έχουμε στο χωριό. Αυτές βέβαια δεν είναι και πάρα πολλές, ιδίως κοντά στο κέντρο της πόλης. Α, ναι, ξέχασα να σου πω. Υπάρχουν αυτοί που μένουν κοντά στο κέντρο και αυτοί που μένουν πιο έξω, μακρύτερα. Αυτοί συνήθως είναι οι πιο πλούσιοι, που έχουν αγοράσει μεγάλα χωράφια (οικόπεδα τα λέμε εδώ) και έχουν χτίσει αυτές τις μονοκατοικίες. Είναι πολύ πιο όμορφα από δω που μένουμε εμείς, αλλά αυτοί παππού έχουν άλλα προβλήματα. Σ’ αυτές τις περιοχές, που δεν είναι ούτε χωριά ούτε πόλεις, δεν έχει γείτονες, δεν έχει μαγαζιά, δεν έχει σχολεία, δεν έχει τίποτα άλλο εκτός από σπίτια. Αυτό σημαίνει ότι για να αγοράσουν ψωμί ή γάλα πρέπει να πάρουν το αυτοκίνητό τους και να οδηγούν αρκετή ώρα μέχρι να βρουν φούρνο ή σούπερ-μάρκετ, για να πάνε στη δουλειά τους ή τα παιδιά στο σχολείο χρειάζονται σίγουρα καμιά ώρα δρόμο. Αυτό συμβαίνει και στο χωριό θα μου πεις, δε σου λέω και τίποτα καινούργιο.
Όπως και να’ χει παππού, είτε αυτοί που μένουν απομονωμένοι είτε εμείς που ζούμε στριμωγμένοι, γείτονες δεν έχουμε. Εκείνοι δεν βλέπουν κανέναν, εμείς βλέπουμε πολλούς αλλά δεν τους μιλάμε. Είναι πολύ απασχολημένοι οι άνθρωποι εδώ, όλοι μέρα τρέχουν και καμία όρεξη δεν έχουν να πιάσουν κουβέντα με αγνώστους. Θα μου πεις άμα μιλήσουν δε θα είναι πια άγνωστοι κι αφού μένουν δίπλα- δίπλα γιατί να μη μιλάνε? Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ και γι’ αυτό όποιον συναντάω στην είσοδο του λέω καλημέρα για να δω πώς θα αντιδράσει. Έχει πολλή πλάκα αυτό το παιχνίδι. Άλλος δε γυρίζει καν να με κοιτάξει, άλλος λέει μια καλημέρα με το ζόρι αλλά κάπως ενοχλημένος, άλλος χαμογελάει αμήχανα, κανένας πάντως δεν αντιδρά σαν φυσιολογικός άνθρωπος.
Στο χωριό αντίθετα, σου μιλάνε όλοι, είτε σε ξέρουν είτε όχι. Κι αν δε σε ξέρουν, σε ρωτάνε τίνος είσαι και σε μαθαίνουν. Απλά πράγματα.
Τέλος πάντων, για τους γείτονές μας θα σου μιλήσω μια άλλη φορά, σε αφήνω τώρα γιατί η μαμά φωνάζει πως είναι ώρα για φαγητό.
Θα σου ξαναγράψω σύντομα.
Σε φιλώ,
Η εγγονή σου
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Ανάρτηση Σχολίου